μοντάρισμα


μοντάρισμα
[мандаризма] ουσ. о. починка, штопка,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μοντάρισμα" в других словарях:

  • μοντάρισμα — το, ατος (λ. ιταλ.), συναρμολόγηση μηχανήματος: Το μοντάρισμα της μηχανής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μοντάρισμα — το 1. η συναρμολόγηση τών τμημάτων και εξαρτημάτων μιας μηχανής, κν. στήσιμο 2. (γενικά) συναρμολόγηση κάθε είδους πραγμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοντάρω κατά τα ουδ. σε ισμα] …   Dictionary of Greek

  • αβγό — (γράφεται και αυγό). Ο τύπος α. προέρχεται από το μεσαιωνικό αβγόν και αυτό από το αρχαίο ωόν.Ο Γ. Χατζηδάκις αναφέρει σχετικά με τις φωνητικές εξελίξεις του νεότερου από το αρχαίο, τα εξής: από τον πληθυντικό του αρχαίου τα ωά προκύπτει ο τύπος… …   Dictionary of Greek

  • αλλαξοποδαριά — η 1. η επιδιόρθωση, μοντάρισμα καλτσών στις φτέρνες και στα δάχτυλα, το αλλαξοπόδιασμα 2. το να ξεφεύγει κανείς από τον δρόμο, να αλλάζει πορεία, το αλλαξοποδάριασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλλαξο * + ποδάρι. ΠΑΡ. νεοελλ. αλλαξοποδαριάζω] …   Dictionary of Greek

  • εφαρμοστής — ο [εφαρμόζω] 1. αυτός που κάνει εφαρμογές 2. τεχνίτης ειδικός στη συναρμολόγηση («μοντάρισμα») και τοποθέτηση μηχανών, συναρμολογητής. [ΕΤΥΜΟΛ. < εφαρμόζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1841 στον Θεόκλητο Φαρμακίδη] …   Dictionary of Greek

  • μοντάζ — Στην κινηματογραφική γλώσσα σημαίνει τη φάση της επεξεργασίας μιας ταινίας κατά την οποία επιλέγονται και συνδέονται οι εικόνες που γυρίστηκαν κατά τη λήψη. Στη διάρκεια του μ. καθορίζεται ακόμα η τελειωτική σχέση μεταξύ της εικόνας και του ήχου …   Dictionary of Greek

  • φωτομοντάζ — το, Ν άκλ. (καλ. τεχν.) α) συναρμολόγηση, μοντάρισμα σε μια μόνο εικόνα πολλών φωτογραφιών ή τμημάτων φωτογραφιών β) κολλάζ που δημιουργείται με φωτογραφικές εικόνες ή, ακόμη, συνδυασμός φωτογραφίας και σχεδίου, όπως είναι λ.χ. μια διαφημιστική… …   Dictionary of Greek

  • καρίκωμα — το (λ. ιταλ.), μοντάρισμα: Πόσο σου χρωστάω για το καρίκωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)